15 αποτελέσματα για «隅»
隅 すみ N4
ουσιαστικό
- 01 γωνία, γωνιά, εσοχή
- 02 κάτω δεξιά (σε σκηνή Νο)
隅々 すみずみ
ουσιαστικό
- 01 κάθε γωνιά, κάθε σπιθαμή, όλες οι λεπτομέρειες
隅っこ すみっこ
ουσιαστικό
- 01 γωνία, εσοχή, κρυψώνα
隅から隅まで すみからすみまで
άλλο, επίρρημα
- 01 σε κάθε γωνιά και χαραμάδα, από το Α ως το Ω, από την κορυφή ως τα νύχια, από την αρχή ως το τέλος
隅に置けない すみにおけない
άλλο
- 01 πνευματώδης και διορατικός, που δεν πρέπει να υποτιμάται, ικανός χειριστής
隅田川花火大会 すみだがわはなびたいかい
ουσιαστικό
- 01 Φεστιβάλ Πυροτεχνημάτων του ποταμού Σουμίντα (Τόκιο)
隅柱 すみばしら
ουσιαστικό
- 01 γωνιαίος στύλος, γωνιακή κολόνα
- 02 γωνιαίος στύλος δεξιά στο προσκήνιο (σε σκηνή νο)
隅付き括弧 すみつきかっこ
ουσιαστικό
- 01 φακοειδής παρένθεση (σύμβολο που μοιάζει με φακό)
隅棟 すみむね
ουσιαστικό
- 01 ακμή στέγης
隅木 すみき
ουσιαστικό
- 01 γωνιαίος δοκός στέγης
隅落とし すみおとし
ουσιαστικό
- 01 σουμιότοσι (τζούντο), ρίψη γωνίας
隅返し すみがえし
ουσιαστικό
- 01 ρίψη από γωνία (τζούντο), αναστροφή από γωνία
隅角 ぐうかく
ουσιαστικό
- 01 ιριδοκερατοειδική γωνία
- 02 γωνία
隅の曲がり四目 すみのまがりしもく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 λυγισμένα τέσσερα στη γωνία
隅
- 01 γωνία
- 02 γωνιά