9 αποτελέσματα για «隆»

隆起 りゅうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξόγκωμα, διόγκωση, προεξοχή
  2. 02 άνοδος, ανύψωση, γεωλογική ανύψωση
隆盛 りゅうせい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ευημερία, ακμή, άνθηση
隆々 りゅうりゅう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ευημερών, ακμάζων, ανθών
  2. 02 μυώδης, ρωμαλέος
隆昌 りゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ευημερία, ακμή
隆鼻術 りゅうびじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρινοπλαστική αυξητικής
隆運 りゅううん

ουσιαστικό

  1. 01 ευημερία, καλή τύχη
隆替 りゅうたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοδος και πτώση
隆と りゅうと

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 κομψά (ιδίως για ένδυση), στιλάτα, επιβλητικά
  1. 01 καμπούρα, εξόγκωμα
  2. 02 ψηλός, ανώτερος
  3. 03 ευγενής
  4. 04 ευημερία