37 αποτελέσματα για «随»

随分 ずいぶん N4

επίρρημα, επίθετο

  1. 01 πολύ, εξαιρετικά, εκπληκτικά, αρκετά, σημαντικά, πάρα πολύ
  2. 02 τρομερός, φρικτός, απαίσιος, αξιοκαταφρόνητος, αξιόμεμπτος
  3. 03 αξιοσημείωτος, εντυπωσιακός, εξαιρετικός, ασυνήθιστος
随一 ずいいち

ουσιαστικό

  1. 01 ο καλύτερος, ο κορυφαίος, ο πρώτος
随時 ずいじ

επίρρημα

  1. 01 οποτεδήποτε χρειάζεται, ανάλογα με τις ανάγκες, κατά περίπτωση
  2. 02 οποιαδήποτε στιγμή, πάντοτε
随所 ずいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 παντού, σε κάθε μέρος, εδώ και εκεί, σε κάθε βήμα
随意 ずいい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εκούσιος, προαιρετικός, ελεύθερος, επιλεγόμενος
随伴 ずいはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνοδεία, παρακολούθηση, ακολούθηση
  2. 02 συζυγής
随行 ずいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνοδός, ακόλουθος
随筆 ずいひつ N2

ουσιαστικό

  1. 01 δοκίμια, ποικίλα γραπτά, φιλολογικά σημειώματα
随身 ずいじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σωματοφύλακας (ευγενούς ή υψηλόβαθμου αξιωματούχου), φύλακας, συνοδός
  2. 02 συνοδός, βοηθός, παραστάτης
  3. 03 αγάλματα φυλάκων που πλαισιώνουν την πύλη ενός ναού
随員 ずいいん

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδός, μέλος ακολουθίας, μέλος ομάδας
随喜 ずいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθιά ευγνωμοσύνη, συγκλονιστική χαρά, μεγάλη ευτυχία
随行員 ずいこういん

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδός
随従 ずいじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ την ηγεσία κάποιου, παίζω δεύτερο ρόλο, ακόλουθος
随想 ずいそう

ουσιαστικό

  1. 01 τυχαίες σκέψεις, περιστασιακοί στοχασμοί, διάσπαρτες σκέψεις
随順 ずいじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπακούω υποτακτικά, ακολουθώ πιστά (τον κύριο κάποιου)
随喜の涙 ずいきのなみだ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δάκρυα χαράς
随想録 ずいそうろく

ουσιαστικό

  1. 01 δοκίμια, συλλογή από διάφορες σκέψεις
随筆集 ずいひつしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή δοκιμίων (ποικίλα κείμενα, λογοτεχνικές σημειώσεις κ.ά.)
随伴者 ずいはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδός, μέλος ακολουθίας ή πομπής
随意筋 ずいいきん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμωτός μυς (που ελέγχεται από τη βούληση)