44 αποτελέσματα για «隣»

となり N5

ουσιαστικό

  1. 01 δίπλα, διπλανός, παρακείμενος, γειτονικός
  2. 02 το διπλανό σπίτι, το γειτονικό σπίτι, ο διπλανός γείτονας
隣国 りんごく

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονική χώρα, παρακείμενη χώρα
隣接 りんせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γειτνίαση, επαφή, το να είναι κάτι παρακείμενο
隣人 りんじん

ουσιαστικό

  1. 01 γείτονας, οι άνθρωποι της γειτονιάς
隣室 りんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλανό ή γειτονικό δωμάτιο
隣町 となりまち

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονική πόλη, παρακείμενη κωμόπολη
隣同士 となりどうし

ουσιαστικό

  1. 01 γείτονες, άτομα που κάθονται ή μένουν το ένα δίπλα στο άλλο
隣り合う となりあう

ρήμα

  1. 01 γειτονεύω, είμαι τοποθετημένος δίπλα δίπλα
隣り合わせ となりあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 δίπλα ο ένας στον άλλο, σε επαφή
  2. 02 σε άμεση εγγύτητα με κάτι, συνεχής έκθεση (σε κίνδυνο κ.λπ.)
隣家 りんか

ουσιαστικό

  1. 01 διπλανό σπίτι, γειτονικό σπίτι
隣席 りんせき

ουσιαστικό

  1. 01 διπλανό κάθισμα, παρακείμενη θέση
隣村 りんそん

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικό χωριό, πλησιέστερο χωριό
隣近所 となりきんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 γείτονες, γειτονιά
隣県 りんけん

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικός νομός, παρακείμενος νομός
隣り合わせる となりあわせる

ρήμα

  1. 01 εφάπτομαι, συνορεύω
隣組 となりぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 τονάριγκούμι, μικρής κλίμακας γειτονικές ενώσεις που ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για πυρόσβεση, αστυνόμευση, κ.λπ.
隣人愛 りんじんあい

ουσιαστικό

  1. 01 αγάπη προς τον πλησίον
隣の芝生は青い となりのしばふはあおい

άλλο, επίθετο

  1. 01 το γρασίδι του γείτονα είναι πάντα πιο πράσινο (εκφράζει την τάση των ανθρώπων να θεωρούν ότι η ζωή ή η κατάσταση των άλλων είναι καλύτερη από τη δική τους)
隣地 りんち

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικό οικόπεδο
隣邦 りんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονική χώρα, παρακείμενη χώρα