37 αποτελέσματα για «雇»
雇う やとう N3
ρήμα
- 01 απασχολώ, προσλαμβάνω, παίρνω
- 02 ναυλώνω (αυτοκίνητο, σκάφος κ.λπ.), μισθώνω, νοικιάζω
雇い主 やといぬし
ουσιαστικό
- 01 εργοδότης
雇用 こよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απασχόληση, πρόσληψη
雇われ やとわれ
ουσιαστικό
- 01 άτομο που εργάζεται για κάποιον άλλον (ακολουθούμενο από τίτλο εργασίας), μισθωτός
雇い入れる やといいれる
ρήμα
- 01 προσλαμβάνω, εργοδοτώ, απασχολώ
雇用主 こようぬし
ουσιαστικό
- 01 εργοδότης
雇用契約 こようけいやく
ουσιαστικό
- 01 σύμβαση εργασίας
雇い やとい
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος, απασχόληση
雇い人 やといにん
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος, μισθωτός
雇用者 こようしゃ
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος
- 02 εργοδότης, πρόσωπο που προσλαμβάνει άλλους
雇用形態 こようけいたい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα απασχόλησης, μοντέλο εργασίας
雇用保険 こようほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση ανεργίας, ασφάλιση απασχόλησης
雇用統計 こようとうけい
ουσιαστικό
- 01 στοιχεία απασχόλησης, στατιστικά στοιχεία απασχόλησης, δεδομένα θέσεων εργασίας
雇員 こいん
ουσιαστικό
- 01 βοηθός, υπάλληλος
雇用調整助成金 こようちょうせいじょせいきん
ουσιαστικό
- 01 επιδότηση προσαρμογής απασχόλησης, επιδότηση για την κάλυψη του κόστους απολύσεων
雇用期間 こようきかん
ουσιαστικό
- 01 περίοδος απασχόλησης
雇用創出 こようそうしゅつ
ουσιαστικό
- 01 δημιουργία θέσεων εργασίας
雇用対策 こようたいさく
ουσιαστικό
- 01 μέτρα για την τόνωση της απασχόλησης, μέτρα απασχόλησης
雇い止め やといどめ
ουσιαστικό
- 01 λήξη σύμβασης εργασίας, αθέμιτη απόλυση
雇用情勢 こようじょうせい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση απασχόλησης