103 αποτελέσματα για «難»

難しい むずかしい N5

επίθετο

  1. 01 δύσκολος, προβληματικός, περίπλοκος, σοβαρός (για ασθένεια, πρόβλημα κ.λπ.)
  2. 02 αδύνατος, ανέφικτος
  3. 03 ιδιότροπος, λεπτολόγος, δύσκολος (στην ευχαρίστηση), δυσαρεστημένος
  4. 04 σκυθρωπός, κατσούφης, σοβαρός (για βλέμμα)
  5. 05 βρώμικος, ακάθαρτος, απεχθής
  6. 06 δυσάρεστος, άβολος, ανατριχιαστικός, τρομακτικός
難い にくい

επίθημα, επίθετο

  1. 01 δύσκολος στο να ..., επίπονος στο να ...
難易度 なんいど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός δυσκολίας, επίπεδο δυσκολίας
難儀 なんぎ

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενοχλητικός, δύσκολος (για πρόσωπο, εργασία κ.λπ.)
  2. 02 ταλαιπωρία, κακουχία, πρόβλημα, βάσανο, δυσκολία
難なく なんなく

επίρρημα

  1. 01 εύκολα, αβίαστα
なん N3

ουσιαστικό

  1. 01 δυσκολία, πρόβλημα, κακουχία, έλλειψη
  2. 02 ατύχημα, καταστροφή, κίνδυνος
  3. 03 ελάττωμα, ατέλεια, ψεγάδι
  4. 04 κριτική, κατηγορία, επίπληξη
難しい顔をする むずかしいかおをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 φαίνομαι δυσαρεστημένος, συνοφρυώνομαι, αγριεύω, έχω σοβαρό ύφος, φαίνομαι σοβαρός
難解 なんかい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολος στην κατανόηση, δυσνόητος, ακαταλαβίστικος
難航 なんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δυσχερές ταξίδι, ταραχώδης διάπλους, δύσκολη πτήση
  2. 02 δύσκολη πορεία, εμπλοκή σε προβλήματα, πρόοδος με δυσκολία, δυσχερής εξέλιξη
難題 なんだい

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολο πρόβλημα, πρόκληση
難関 なんかん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόδιο, κώλυμα, δυσκολία, σκόπελος, αδιέξοδο
難民 なんみん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσφυγας, εκτοπισμένος
  2. 02 άτομο που αντιμετωπίζει δυσκολίες (π.χ. λόγω έλλειψης), που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του (π.χ. να παντρευτεί, να ψωνίσει), ή που είναι εγκλωβισμένο (σε ένα μέρος ή κατάσταση)
難点 なんてん

ουσιαστικό

  1. 01 ελάττωμα, αδυναμία, ψεγάδι, ατέλεια, μειονέκτημα
  2. 02 καίριο σημείο (ενός ζητήματος), δύσκολο σημείο, σημείο τριβής
難問 なんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμηχανία, δύσκολη ερώτηση, δύσκολο πρόβλημα
難度 なんど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός δυσκολίας
難色 なんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 αποδοκιμασία, δισταγμός, απροθυμία
難を逃れる なんをのがれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποφεύγω τη συμφορά, γλιτώνω από τον κίνδυνο
難攻不落 なんこうふらく

ουσιαστικό

  1. 01 απόρθητος
難所 なんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 επικίνδυνο πέρασμα (σε διαδρομή ή ταξίδι), δύσκολο σημείο
難敵 なんてき

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογίσιμος εχθρός, τρομερός αντίπαλος