4 αποτελέσματα για «靡»

靡く なびく

ρήμα

  1. 01 λυγίζω, κυματίζω, ανεμίζω
  2. 02 υποκύπτω σε, επηρεάζομαι από, υποτάσσομαι σε, υπακούω
靡かす なびかす

ρήμα

  1. 01 αποπλανώ, κερδίζω την εμπιστοσύνη, υποτάσσω
靡かせる なびかせる

ρήμα

  1. 01 κυματίζω (σημαία), ανεμίζω (μαλλιά, φούστα κ.λπ. στον άνεμο)
  2. 02 κερδίζω (κάποιον), μεριάς, υποτάσσω στη θέλησή μου
  1. 01 κυματίζω
  2. 02 ανεμίζω
  3. 03 υποκλίνομαι
  4. 04 υπακούω
  5. 05 αποπλανώ