159 αποτελέσματα για «面»
面白い おもしろい N5
επίθετο
- 01 ενδιαφέρων, συναρπαστικός, γοητευτικός, καθηλωτικός
- 02 διασκεδαστικός, αστείος, κωμικός
- 03 ευχάριστος, διασκεδαστικός, τερπνός
- 04 καλός, ικανοποιητικός, ευνοϊκός, επιθυμητός, ενθαρρυντικός
面倒 めんどう N3
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 φασαρία, μπελάς
- 02 πρόβλημα, δυσκολία
- 03 φροντίδα, προσοχή
面 めん N3
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 πρόσωπο
- 02 μάσκα, προστατευτικό προσώπου
- 03 χτύπημα στο κεφάλι (στο κέντο)
- 04 επιφάνεια (ειδικά γεωμετρική επιφάνεια)
- 05 σελίδα
- 06 πτυχή, όψη, πλευρά
- 07 λοξότμηση
- 08 επιθετικός προσδιοριστής για πλατιά και επίπεδα αντικείμενα, επίπεδα ή πίστες, π.χ. σε ένα βιντεοπαιχνίδι
面倒くさい めんどくさい
επίθετο
- 01 ενοχλητικός, κουραστικός, βαρετός, είναι μπελάς, βαριέμαι να κάνω
面々 めんめん
ουσιαστικό
- 01 ο καθένας, όλοι, κάθε άτομο
面持ち おももち
ουσιαστικό
- 01 έκφραση, βλέμμα, όψη, πρόσωπο
面会 めんかい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνάντηση (πρόσωπο με πρόσωπο), επίσκεψη, συνέντευξη
面倒を見る めんどうをみる
άλλο, ρήμα
- 01 φροντίζω κάποιον, περιποιούμαι κάποιον
面影 おもかげ
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο, μορφή, χαρακτηριστικά
- 02 κατάλοιπο, ίχνος, ανάμνηση
面する めんする N1
ρήμα
- 01 βλέπω προς, έχω πρόσοψη σε
面識 めんしき
ουσιαστικό
- 01 γνωριμία
面積 めんせき N2
ουσιαστικό
- 01 εμβαδόν (μέτρηση), τετραγωνική μέτρηση, μέγεθος (γης), ωφέλιμη επιφάνεια
面接 めんせつ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνέντευξη (π.χ. για δουλειά)
面食らう めんくらう
ρήμα
- 01 μπερδεύομαι, τα χάνω, αιφνιδιάζομαι
面と向かう めんとむかう
άλλο, ρήμα
- 01 αντικρίζω κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο
面子 メンツ
ουσιαστικό
- 01 υπόληψη, γόητρο, αξιοπρέπεια
- 02 συνδυασμός φύλλων (στο ματζόνγκ)
- 03 σύνθεση (των παικτών σε ένα παιχνίδι ματζόνγκ)
- 04 παρευρισκόμενοι (π.χ. σε μια συνάντηση), μέλη, συμμετέχοντες
面目 めんぼく N1
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο, τιμή, υπόληψη, κύρος, αξιοπρέπεια, φήμη
- 02 εμφάνιση, όψη
面前 めんぜん
ουσιαστικό
- 01 παρουσία, μπροστά, ενώπιον
面 つら
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο, μούρη
- 02 επιφάνεια
- 03 μάγουλο, μάγουλα
- 04 παρειά, μάγουλα
- 05 περίγυρος, γύρω περιοχή
面 づら
ουσιαστικό
- 01 που μοιάζει με..., που φέρεται σαν...