10 αποτελέσματα για «鞘»

さや

ουσιαστικό

  1. 01 θήκη σπαθιού, κολεός
  2. 02 καπάκι (σε πινέλο, στυλό κ.λπ.), θήκη, περικάλυμμα
  3. 03 περιθώριο (μεταξύ δύο τιμών), διαφορά τιμής, προσαύξηση, προμήθεια
  4. 04 περίφραξη, εξωτερικός φράχτης
鞘を払う さやをはらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 τραβώ το σπαθί από τη θήκη
鞘当て さやあて

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικός ανταγωνισμός, ανταγωνισμός για την καρδιά μιας γυναίκας
  2. 02 καβγάς για ασήμαντη αφορμή, καταιγίδα σε φλιτζάνι
  3. 03 καβγάς μεταξύ δύο σαμουράι εξαιτίας της τυχαίας σύγκρουσης των θηκών των σπαθιών τους κατά τη διέλευση
鞘尻 さやじり

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη της θήκης σπαθιού, σαγιαζίρι
鞘翅類 しょうしるい

ουσιαστικό

  1. 01 κολεόπτερα, σκαθάρια
鞘走る さやばしる

ρήμα

  1. 01 γλιστράω έξω από τη θήκη (για σπαθιά)
鞘長 さやなが

ουσιαστικό

  1. 01 σιπιτάρι (Loligo bleekeri)
鞘味泥 さやみどろ

ουσιαστικό

  1. 01 οιδόγωνο (οποιοδήποτε φύκος ενός γένους νηματοειδών πράσινων φυκών)
鞘堂 さやどう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική στεγασμένη κατασκευή για την προστασία πολιτιστικών αγαθών και ιστορικών τοποθεσιών
  1. 01 θήκη, περίβλημα
  2. 02 θήκη, κάσα, περίβλημα
  3. 03 περιθώριο, άκρο
  4. 04 διαφορά
  5. 05 λοβοί (όσπρια), φλούδες