3 αποτελέσματα για «鞣»

鞣す なめす

ρήμα

  1. 01 δεψάζω (δέρμα, προβιά κ.ά.), κατεργάζομαι
なめし

πρόθημα

  1. 01 δέψη
  1. 01 κατεργασμένο δέρμα