26 αποτελέσματα για «頂»

頂く いただく

ρήμα, άλλο

  1. 01 λαμβάνω, παίρνω, αποδέχομαι, αγοράζω
  2. 02 τρώω, πίνω
  3. 03 στεφανώνομαι με, φορώ (στο κεφάλι μου), έχω (στην κορυφή)
  4. 04 έχω (ως ηγέτη), ζω υπό (έναν άρχοντα), εγκαθιστώ (πρόεδρο)
  5. 05 κάνω κάποιον να κάνει κάτι
頂点 ちょうてん N2

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή
  2. 02 κορυφή (π.χ. βουνού)
  3. 03 κορυφή (ενός επαγγέλματος, τομέα κ.λπ.)
  4. 04 κορύφωση (π.χ. δημοτικότητας, άνθησης), ακμή (π.χ. ευημερίας), ζενίθ, αποκορύφωμα
頂戴 ちょうだい

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 λαμβάνω, παίρνω, δέχομαι, μου δίνεται
  2. 02 τρώω, πίνω, καταναλώνω
  3. 03 παρακαλώ (δώσε μου, κάνε μου)
頂上 ちょうじょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή, ακμή
いただき

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή (κεφαλής), κορυφή (βουνού), αιχμή
  2. 02 εύκολη νίκη
  3. 03 κάτι που λαμβάνεται (δώρο, προσφορά)
頂き物 いただきもの

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο (αυτό που έχει λάβει κάποιος)
頂戴物 ちょうだいもの

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο, προσφορά
頂点捕食者 ちょうてんほしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος θηρευτής
頂礼 ちょうらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκύνημα, η τοποθέτηση των γονάτων, των χεριών και του μετώπου στο έδαφος για την έκφραση του μέγιστου σεβασμού
頂角 ちょうかく

ουσιαστικό

  1. 01 κατακορύφην γωνία
頂上会談 ちょうじょうかいだん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνοδος κορυφής
頂門の一針 ちょうもんのいっしん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 οδυνηρή επίπληξη, μια βελόνα στο κρανίο κάποιου
頂芽 ちょうが

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος οφθαλμός, ακραίος οφθαλμός
頂端分裂組織 ちょうたんぶんれつそしき

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος μεριστωματικός ιστός, προμεριστωματικός ιστός
頂きます いただきます

άλλο

  1. 01 ευχαριστώ (για το γεύμα που μόλις σερβιρίστηκε), δέχομαι (αυτό το γεύμα)
頂ける いただける

ρήμα

  1. 01 μπορώ να λάβω, μπορώ να πάρω, μπορώ να αποδεχτώ
  2. 02 μπορώ να φάω, μπορώ να πιω
  3. 03 είμαι αποδεκτός, είμαι ικανοποιητικός
頂けない いただけない

άλλο

  1. 01 απαράδεκτος, μη ικανοποιητικός
頂点シェーダ ちょうてんシェーダ

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφοσκιαστής
頂点データ ちょうてんデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα κορυφών
頂点色 ちょうてんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα κορυφής