7 αποτελέσματα για «頃»

ころ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 περίπου ώρα, περίπου χρόνος, γύρω, κατά, προς
  2. 02 κατάλληλη ώρα, κατάλληλος χρόνος (ή συνθήκη)
  3. 03 εποχή του χρόνου, εποχή
けい

ουσιαστικό

  1. 01 τσιν (κινεζική μονάδα μέτρησης επιφάνειας γης ίση με 100 μού)
頃合 ころあい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλη στιγμή, ιδανική ώρα
  2. 02 ευπρέπεια, μετριοπάθεια
頃おい ころおい

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος, περίοδος, ημέρες
頃日 けいじつ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πρόσφατα, τελευταία
頃刻 けいこく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό χρονικό διάστημα, ελάχιστη ώρα
  1. 01 ώρα
  2. 02 περίπου
  3. 03 προς