87 αποτελέσματα για «順»

順調 じゅんちょう N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευνοϊκός, ομαλός, καλός, εντάξει, μια χαρά
順番 じゅんばん N3

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά, σειρά (κάποιου)
順番に じゅんばんに

επίρρημα

  1. 01 εκ περιτροπής, διαδοχικά, με τη σειρά, κατά σειρά
順に じゅんに

επίρρημα

  1. 01 με τη σειρά, εκ περιτροπής, ένας προς έναν
じゅん N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 σειρά, διαδοχή, ταξινόμηση
  2. 02 υπάκουος, πειθήνιος, υποτακτικός, πράος
順序 じゅんじょ N2

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά, διαδοχή
  2. 02 διαδικασία
順位 じゅんい

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά, κατάταξη, θέση (π.χ. σε έναν αγώνα), προτεραιότητα
順当 じゅんとう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ορθός, δίκαιος, λογικός
順次 じゅんじ

επίρρημα

  1. 01 διαδοχικά, σειριακά
順応 じゅんのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσαρμογή, εναρμόνιση, συμμόρφωση, ρύθμιση
  2. 02 εγκλιματισμός
順を追う じゅんをおう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ τη σειρά, προχωρώ βήμα προς βήμα
順々に じゅんじゅんに

επίρρημα

  1. 01 με τη σειρά, διαδοχικά
順番待ち じゅんばんまち

άλλο

  1. 01 αναμονή σειράς
順風満帆 じゅんぷうまんぱん

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμπόδιστη πορεία, ούριος άνεμος
順路 じゅんろ

ουσιαστικό

  1. 01 προκαθορισμένη διαδρομή, καθορισμένη πορεία, προτεινόμενη διαδρομή
順繰り じゅんぐり

ουσιαστικό

  1. 01 με τη σειρά, διαδοχικά
順子 シュンツ

ουσιαστικό

  1. 01 σουντσου, σειρά τριών αριθμών
順応性 じゅんのうせい

ουσιαστικό

  1. 01 προσαρμοστικότητα, ευελιξία
順風 じゅんぷう

ουσιαστικό

  1. 01 ούριος άνεμος, ευνοϊκός άνεμος
順列 じゅんれつ

ουσιαστικό

  1. 01 μετάθεση
  2. 02 τακτοποίηση σε σειρά, γραμμική διάταξη