45 αποτελέσματα για «預»

預ける あずける N3

ρήμα

  1. 01 αφήνω (στη φύλαξη κάποιου), εμπιστεύομαι, παραδίδω, καταθέτω
  2. 02 αναθέτω (την ευθύνη), αφήνω (σε κάποιον) να αποφασίσει
  3. 03 ακουμπώ, στηρίζομαι (σε κάτι)
預かる あずかる N3

ρήμα

  1. 01 προσέχω, φροντίζω, φυλάω, κρατάω, έχω υπό την επίβλεψή μου
  2. 02 αναλαμβάνω την ευθύνη, μου ανατίθεται, μου εμπιστεύονται
  3. 03 αναστέλλω (μια ανακοίνωση), επιφυλάσσομαι (για μια κρίση), αφήνω σε εκκρεμότητα
  4. 04 αναλαμβάνω (να κάνω), διευθετώ (ένα ζήτημα) μόνος μου
預かり あずかり

ουσιαστικό

  1. 01 υπό φύλαξη, υπό επίβλεψη
  2. 02 αναβληθείς αγώνας, ισοπαλία
預言者 よげんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προφήτης, προγνώστης, μάντης
預金 よきん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάθεση, τραπεζικός λογαριασμός
預言 よげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προφητεία (θρησκευτική)
預かり物 あずかりもの

ουσιαστικό

  1. 01 πράγμα που έχει παραδοθεί για φύλαξη
預金通帳 よきんつうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιάριο καταθέσεων, τραπεζικό βιβλιάριο
預言書 よげんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 προφητικό κείμενο (π.χ. Βιβλικό), γραπτή προφητεία
預金残高 よきんざんだか

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο λογαριασμού
預貯金 よちょきん

ουσιαστικό

  1. 01 καταθέσεις και αποταμιεύσεις, τραπεζικός λογαριασμός
預金口座 よきんこうざ

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζικός λογαριασμός
預かり所 あずかりじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιματιοθήκη, αποθήκη αποσκευών
預金者 よきんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καταθέτης
預け入れる あずけいれる

ρήμα

  1. 01 καταθέτω χρήματα
預り証 あずかりしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποδεικτικό παραλαβής, αποδεικτικό κατάθεσης αποσκευών
預け入れ あずけいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάθεση
預託 よたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάθεση (χρημάτων, τιμαλφών κ.λπ.), παρακαταθήκη
預かり人 あずかりにん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο στο οποίο εμπιστεύονται χρήματα, υπάρχοντα, γη κ.λπ.
  2. 02 άτομο υπεύθυνο για κάποιον που τελεί υπό κράτηση
預かり金 あずかりきん

ουσιαστικό

  1. 01 κατατεθειμένο χρηματικό ποσό (που εισπράχθηκε)