49 αποτελέσματα για «領»

領域 りょういき N1

ουσιαστικό

  1. 01 έδαφος, επικράτεια, περιοχή
  2. 02 πεδίο, περιοχή, τομέας, σφαίρα
  3. 03 πεδίο, περιοχή
領地 りょうち N1

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτεια, κυριαρχία, χώρος (π.χ. σχολικός)
りょう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 επικράτεια (χώρας, φεουδαρχικής περιοχής κ.λπ.)
  2. 02 επιμετρητής για σύνολα ρούχων, πανοπλιών κ.λπ.
領主 りょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδάρχης
領土 りょうど N1

ουσιαστικό

  1. 01 έδαφος, επικράτεια, κτήση, κυριαρχία
領民 りょうみん

ουσιαστικό

  1. 01 πληθυσμός φέουδου
領内 りょうない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός επικράτειας, περιοχές υπό την εξουσία κάποιου
領分 りょうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτεια, τομέας, κυριαρχία, κτήση, πεδίο δράσης
領収書 りょうしゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη απόδειξη πληρωμής, συχνά χειρόγραφη
領海 りょうかい N1

ουσιαστικό

  1. 01 χωρικά ύδατα
領する りょうする

ρήμα

  1. 01 κατέχω, λαμβάνω, κατανοώ
領有 りょうゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατοχή (ειδικότερα εδάφους)
領事館 りょうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 προξενείο
領事 りょうじ N2

ουσιαστικό

  1. 01 πρόξενος
領国 りょうごく

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτεια, φέουδο, φεουδαρχική περιοχή
領有権 りょうゆうけん

ουσιαστικό

  1. 01 εδαφικό δικαίωμα, κυριαρχία
領空 りょうくう

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικός εναέριος χώρος
領土問題 りょうどもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 εδαφική διαφορά, εδαφικό ζήτημα
領袖 りょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, επικεφαλής, αφεντικό
領空侵犯 りょうくうしんぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση εναέριου χώρου