4 αποτελέσματα για «頤»

おとがい

ουσιαστικό

  1. 01 σαγόνι, πηγούνι, γενειάδα
  2. 02 πολυλογάς
頤使 いし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυταρχική συμπεριφορά, έλεγχος κάποιου προσώπου
頤で人を使う あごでひとをつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 διατάζω κάποιον με αυταρχικό τρόπο, φέρομαι σε κάποιον σαν υπηρέτη
  1. 01 πιγούνι
  2. 02 σαγόνι