30 αποτελέσματα για «額»
額 がく N3
ουσιαστικό
- 01 κορνίζα, πλαίσιο, κορνιζαρισμένος πίνακας
- 02 ποσό (κυρίως χρημάτων), άθροισμα
額 ひたい N3
ουσιαστικό
- 01 μέτωπο
額縁 がくぶち
ουσιαστικό
- 01 κορνίζα (πίνακα)
- 02 πλαίσιο (πόρτας, παραθύρου κ.λπ.)
額面 がくめん
ουσιαστικό
- 01 ονομαστική αξία, άρτια αξία
額に汗する ひたいにあせする
άλλο, ρήμα
- 01 εργάζομαι επιμελώς
額を寄せ合う ひたいをよせあう
άλλο, ρήμα
- 01 ενώνω τα μέτωπα, συγκεντρώνομαι (για συζήτηση), έρχομαι σε συνεννόηση
額ずく ぬかずく
ρήμα
- 01 προσκυνώ (υποκλίνομαι από γονατιστή στάση έτσι ώστε το μέτωπο να ακουμπά στο έδαφος), πέφτω μπρούμυτα, κάνω βαθιά, ευλαβική υπόκλιση
額装 がくそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κορνιζαρισμένη εικόνα
- 02 κορνιζάρισμα (μιας εικόνας), τοποθέτηση σε κορνίζα
額を集める ひたいをあつめる
άλλο, ρήμα
- 01 συσκέπτομαι, μαζεύομαι για συζήτηση, έρχομαι σε στενή διαβούλευση
額が少ない がくがすくない
άλλο, επίθετο
- 01 ανεπαρκής (για χρηματικό ποσό κ.ά.)
額際 ひたいぎわ
ουσιαστικό
- 01 η γραμμή των μαλλιών στο μέτωπο
額髪 ひたいがみ
ουσιαστικό
- 01 φράντζα, μαλλιά στο πάνω μέρος του κεφαλιού
額入り がくいり
ουσιαστικό
- 01 κορνιζαρισμένος (π.χ. αφίσα, πίνακας)
額面価格 がくめんかかく
ουσιαστικό
- 01 ονομαστική αξία, χρηματιστηριακή αξία, αξία επί του τίτλου
額付き がぐつき
άλλο
- 01 κορνιζαρισμένος (πίνακας κ.λπ.)
額付き ひたいつき
ουσιαστικό
- 01 σχήμα του μετώπου ή του προσώπου κάποιου
額縁舞台 がくぶちぶたい
ουσιαστικό
- 01 σκηνή με προσκήνιο
額縁ショー がくぶちショー
ουσιαστικό
- 01 γκακουμπούτσι σόου, θεατρικό σόου της περιόδου Σόουα στο οποίο μια γυναίκα στεκόταν ημίγυμνη μέσα σε μια κορνίζα (θυμίζοντας πίνακα δυτικού τύπου)
額面割れ がくめんわれ
ουσιαστικό
- 01 υποτιμούμαι κάτω από την ονομαστική αξία
額面株 がくめんかぶ
ουσιαστικό
- 01 μετοχή ονομαστικής αξίας