22 αποτελέσματα για «顎»
顎 あご N1
ουσιαστικό
- 01 σαγόνι, πηγούνι
- 02 αγκάθι αγκιστριού
顎 がく
ουσιαστικό
- 01 σιαγόνα
顎をしゃくる あごをしゃくる
άλλο, ρήμα
- 01 προτείνω το σαγόνι, δείχνω με το πηγούνι
顎髭 あごひげ
ουσιαστικό
- 01 γενειάδα (ειδικότερα στο πηγούνι), μουσάκι
顎の骨 あごのほね
άλλο, ουσιαστικό
- 01 σιαγόνα, κάτω γνάθος
顎骨 がっこつ
ουσιαστικό
- 01 σαγόνι, κάτω γνάθος
顎クイ あごクイ
ουσιαστικό
- 01 η απότομη ανύψωση του προσώπου κάποιου πιάνοντας το πηγούνι του (με επιβλητικό αλλά ρομαντικό τρόπο)
顎紐 あごひも
ουσιαστικό
- 01 λουρί σαγονιού
顎関節 がくかんせつ
ουσιαστικό
- 01 κροταφογναθική άρθρωση
顎関節症 がくかんせつしょう
ουσιαστικό
- 01 διαταραχή της κροταφογναθικής άρθρωσης, δυσλειτουργία της κροταφογναθικής άρθρωσης, TMD, TMJ
顎のしゃくれた あごのしゃくれた
άλλο
- 01 προγναθικός (πρόσωπο με προεξέχον πηγούνι)
顎がしゃくれる あごがしゃくれる
άλλο, ρήμα
- 01 προεξέχω με το σαγόνι, έχω γυρισμένο προς τα πάνω σαγόνι
顎下腺 がっかせん
ουσιαστικό
- 01 υπογνάθιος αδένας
顎鬚海豹 あごひげあざらし
ουσιαστικό
- 01 φώκια με γένια (Erignathus barbatus)
顎沙魚 あごはぜ
ουσιαστικό
- 01 αγκοχάζε (είδος κυβίτη Chaenogobius annularis), καστανός κυβίτης
顎マスク あごマスク
ουσιαστικό
- 01 φοράω μάσκα προσώπου στο σαγόνι
顎脚 がっきゃく
ουσιαστικό
- 01 γναθοπόδιο
顎門 あぎと
ουσιαστικό
- 01 σαγόνι, πηγούνι
- 02 βράγχια
顎動脈 がくどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 γναθιαία αρτηρία
顎口虫症 がくこうちゅうしょう
ουσιαστικό
- 01 γναθοστομίαση, εν τω βάθει μεταναστευτική προνύμφη