23 αποτελέσματα για «顧»

顧みる かえりみる N1

ρήμα

  1. 01 αναπολώ, αναλογίζομαι (το παρελθόν), ανατρέχω
  2. 02 κοιτάζω πίσω, στρέφομαι προς τα πίσω
  3. 03 λαμβάνω υπόψη, ενδιαφέρομαι για, δίνω σημασία
顧問 こもん

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβουλος
  2. 02 υπεύθυνος σχολικού ομίλου (συνήθως καθηγητής), διαχειριστής σχολικού ομίλου
顧客 こきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης, θαμώνας
顧問弁護士 こもんべんごし

ουσιαστικό

  1. 01 νομικός σύμβουλος, δικηγόρος εταιρείας, δικηγόρος οικογένειας
顧慮 こりょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέριμνα, ανησυχία, φροντίδα
顧客リスト こきゃくリスト

ουσιαστικό

  1. 01 λίστα πελατών, κατάλογος πελατών
顧問官 こもんかん

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβουλος
顧客層 こきゃくそう

ουσιαστικό

  1. 01 πελατολόγιο, εκλογική βάση, τμήμα πελατών, βάση τακτικών πελατών, πελατεία
顧客満足度 こきゃくまんぞくど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός ικανοποίησης πελατών
顧問契約 こもんけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 συμβόλαιο παροχής συμβουλών, σύμβαση συμβούλου
顧問団 こもんだん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβουλευτικό σώμα, ομάδα εμπειρογνωμόνων
顧客満足 こきゃくまんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανοποίηση πελάτη
顧客サービス こきゃくサービス

ουσιαστικό

  1. 01 εξυπηρέτηση πελατών
顧客ベース こきゃくベース

ουσιαστικό

  1. 01 πελατειακή βάση
顧客ニーズ こきゃくニーズ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγκες πελατών
顧みて他を言う かえりみてたをいう

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω μια διφορούμενη απάντηση, αποφεύγω να δώσω ευθεία απάντηση
顧客志向 こきゃくしこう

ουσιαστικό

  1. 01 πελατοκεντρική προσέγγιση
顧み かえりみ

ουσιαστικό

  1. 01 αναδρομή, κοίταγμα πίσω
  2. 02 στοχασμός, επανεξέταση
  3. 03 μέριμνα, ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι
顧客関係管理 こきゃくかんけいかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση πελατειακών σχέσεων, CRM
顧眄 こべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρέφω το βλέμμα πίσω (προς κάποιον ή κάτι), κοιτάζω πίσω