323 αποτελέσματα για «食»
食べる たべる N5
ρήμα
- 01 τρώω
- 02 ζω από (π.χ. έναν μισθό), συντηρούμαι με, επιβιώνω από
食う くう N3
ρήμα
- 01 τρώω
- 02 ζω, βιοπορίζομαι, επιβιώνω
- 03 δαγκώνω, τσιμπάω (για έντομα)
- 04 πειράζω, βασανίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω, υποτιμώ
- 05 καταπατώ, ροκανίζω, καταναλώνω
- 06 νικώ έναν ανώτερο, απειλώ μια θέση
- 07 καταναλώνω χρόνο, καταναλώνω πόρους
- 08 δέχομαι κάτι (συνήθως δυσάρεστο γεγονός)
- 09 έχω σεξουαλικές σχέσεις με μια γυναίκα, ιδίως για πρώτη φορά
食事 しょくじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γεύμα (π.χ. μεσημεριανό, βραδινό)
- 02 δίαιτα, διατροφή
食べ物 たべもの N5
ουσιαστικό
- 01 φαγητό
食堂 しょくどう N5
ουσιαστικό
- 01 τραπεζαρία, καφετέρια, κυλικείο, καντίνα
- 02 εστιατόριο, ταβέρνα, σνακ μπαρ, μικρό εστιατόριο
食堂 じきどう
ουσιαστικό
- 01 τραπεζαρία (σε ναό)
食らう くらう
ρήμα
- 01 τρώω, πίνω, καταβροχθίζω, κατεβάζω μονορούφι
- 02 δέχομαι (π.χ. ένα χτύπημα)
- 03 υφίσταμαι, δέχομαι (κάτι ανεπιθύμητο), υπομένω (δυσκολίες)
食 しょく
ουσιαστικό, άλλο
- 01 φαγητό, τρόφιμα
- 02 φαγητό, όρεξη
- 03 γεύμα, μερίδα
食料 しょくりょう N3
ουσιαστικό
- 01 τρόφιμο, φαγητό
食材 しょくざい
ουσιαστικό
- 01 τρόφιμο, συστατικό, υλικό
食欲 しょくよく N3
ουσιαστικό
- 01 όρεξη (για φαγητό)
食器 しょっき N2
ουσιαστικό
- 01 σερβίτσιο, πιάτα και μαχαιροπίρουνα
食い込む くいこむ
ρήμα
- 01 εισχωρώ, μπαίνω βαθιά (π.χ. σχοινί στο δέρμα), κόβω, μπήγομαι (π.χ. νύχια)
- 02 διαβρώνω, καταπατώ, επεκτείνομαι, διεισδύω (π.χ. σε αγορά), καταλαμβάνω (π.χ. την πρώτη θέση), μειώνω (π.χ. χρόνο, αποταμιεύσεις)
- 03 σφηνώνομαι (όπως εσώρουχο ανάμεσα στους γλουτούς)
食卓 しょくたく N3
ουσιαστικό
- 01 τραπέζι φαγητού
食いつく くいつく
ρήμα
- 01 δαγκώνω, επιτίθεμαι δαγκώνοντας, τσιμπώ
- 02 αποδέχομαι με ενθουσιασμό (π.χ. μια προσφορά), αρπάζω την ευκαιρία, εμβαθύνω
- 03 γαντζώνομαι από, προσκολλώμαι σε, επιμένω σε
- 04 παραπονιέμαι, γκρινιάζω
食い止める くいとめる
ρήμα
- 01 αναχαιτίζω, εμποδίζω, συγκρατώ, σταματώ, προλαμβάνω, περιορίζω
食後 しょくご
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 μετά το φαγητό
食糧 しょくりょう N3
ουσιαστικό
- 01 τροφή (ιδίως βασική τροφή όπως ρύζι ή σιτάρι), προμήθειες, εφόδια, σιτηρέσιο, επισιτισμός
食い物 くいもの
ουσιαστικό
- 01 φαγητό, τροφή, τρόφιμο
- 02 θήραμα, θύμα
食い下がる くいさがる
ρήμα
- 01 γαντζώνομαι, κρατιέμαι από
- 02 επιμένω, δεν υποχωρώ, καταδιώκω κάποιον επίμονα, αντιτίθεμαι σθεναρά
- 03 αρπάζω το μπροστινό μέρος από το μαουάσι του αντιπάλου, πιέζω το κεφάλι μου στο στήθος του και χαμηλώνω τους γοφούς μου