14 αποτελέσματα για «飴»

あめ N5

ουσιαστικό

  1. 01 καραμέλα, ζαχαρωτό
  2. 02 αμυλοζάχαρο (ζάχαρη από άμυλο ρυζιού, πατάτας κ.ά.)
  3. 03 κεχριμπαρένιος, κιτρινωπός καφέ
たがね

ουσιαστικό

  1. 01 γλύκισμα (π.χ. καραμέλα, μότσι), γλυκό
飴玉 あめだま

ουσιαστικό

  1. 01 καραμέλα
飴色 あめいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κεχριμπαρένιος, κιτρινωπός καφέ
飴細工 あめざいく

ουσιαστικό

  1. 01 ζαχαρωτό πλασμένο σε σχήματα ανθρώπων και ζώων
  2. 02 παραπλανητική εμφάνιση, βιτρίνα, κενό περιεχόμενο, χάρτινη τίγρη
飴と鞭 アメとムチ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 καρότο και μαστίγιο, ανταμοιβή και τιμωρία
飴屋 あめや

ουσιαστικό

  1. 01 ζαχαροπλαστείο καραμελών, κατασκευαστής καραμελών
飴売り あめうり

ουσιαστικό

  1. 01 πωλητής καραμέλας (ειδικά πωλητής της περιόδου Έντο που πουλούσε καραμέλες περπατώντας και παίζοντας φλάουτο ή άλλο μουσικό όργανο), πωλητής ζαχαρωτών
飴湯 あめゆ

ουσιαστικό

  1. 01 παχύρρευστη σιρόπι βύνης διαλυμένο σε βραστό νερό και πασπαλισμένο με κανέλα (χρησιμοποιείται ως δροσιστικό καλοκαιρινό ρόφημα)
飴煮 あめに

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό μαγειρεμένο σε σιρόπι ζάχαρης
飴ん棒 あめんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ζαχαρωτό σε ξυλάκι
飴粕 あめかす

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλειμμα που απομένει μετά την παρασκευή σιροπιού αμύλου
飴ちゃん あめちゃん

ουσιαστικό

  1. 01 καραμέλα
  1. 01 ζελέ ρυζιού
  2. 02 καραμέλα