94 αποτελέσματα για «香»

香り かおり N3

ουσιαστικό

  1. 01 άρωμα, ευωδία, μυρωδιά, οσμή
こう

ουσιαστικό

  1. 01 θυμίαμα
香水 こうすい N2

ουσιαστικό

  1. 01 άρωμα, ευωδία
香水 こうずい

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικό νερό που χρησιμοποιείται για εξαγνισμό, προσφορά νερού στον Βούδα
香りがする かおりがする

άλλο, ρήμα

  1. 01 μυρίζω, έχω μυρωδιά

ουσιαστικό

  1. 01 οσμή (κυρίως ευχάριστη), άρωμα, ευωδιά, μυρωδιά
香ばしい こうばしい

επίθετο

  1. 01 ευώδης, αρωματικός (ψημένοι κόκκοι, ψημένο τσάι κ.λπ.), εύοσμος (π.χ. ξύλο που καίγεται), ευχάριστος στη μυρωδιά, με μεστή μυρωδιά (π.χ. ψημένο κρέας), γευστικός, ορεκτικός
香る かおる

ρήμα

  1. 01 ευωδιάζω, μοσχοβολώ
香辛料 こうしんりょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 μπαχαρικό, καρυκεύματα, αρτύματα
香港 ホンコン

ουσιαστικό

  1. 01 Χονγκ Κονγκ
香草 こうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματικό βότανο, μυρωδικό, εύοσμο χορτάρι
香料 こうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρωματική ουσία, μπαχαρικά
  2. 02 άρωμα, κολόνια, θυμίαμα
  3. 03 χρηματικό δώρο συλλυπητηρίων
香炉 こうろ

ουσιαστικό

  1. 01 θυμιατό, λιβανιστήρι
香油 こうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 πομάδα, βάλσαμο, αρωματικό έλαιο
香気 こうき

ουσιαστικό

  1. 01 άρωμα, ευωδιά
香川 かがわ

ουσιαστικό

  1. 01 Καγκάβα (νομός)
香り高い かおりたかい

επίθετο

  1. 01 αρωματικός, εύοσμος
香川県 かがわけん

ουσιαστικό

  1. 01 Νομός Καγκάουα (Σικόκου)
香を焚く こうをたく

άλλο, ρήμα

  1. 01 θυμιάζω, καίω λιβάνι
香木 こうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 ευώδες ξύλο, αρωματικό δέντρο