5 αποτελέσματα για «馳»

馳せる はせる

ρήμα

  1. 01 τρέχω, σπεύδω
  2. 02 οδηγώ γρήγορα (αυτοκίνητο), καλπάζω (με άλογο)
  3. 03 κερδίζω (φήμη), αποκτώ (φήμη)
馳せ参じる はせさんじる

ρήμα

  1. 01 σπεύδω να παρευρεθώ, τρέχω να επισκεφθώ
馳走 ちそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρατάρισμα (φαγητού ή ποτού), δείπνο, εξαιρετικό φαγητό
  2. 02 τρέξιμο εδώ κι εκεί
馳駆 ちく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιππασία καλπάζοντας ολόγυρα
  2. 02 τρέξιμο παντού, καταβολή κάθε προσπάθειας, εντατική εργασία
  1. 01 τρέχω
  2. 02 καλπάζω
  3. 03 πλέω
  4. 04 οδηγώ (κάρο)
  5. 05 κερδίζω (φύμη)
  6. 06 αποστέλλω, στέλνω