28 αποτελέσματα για «駄»

駄目 だめ

επίθετο, ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 άχρηστος, χαλασμένος, που δεν κάνει, που δεν εξυπηρετεί τον σκοπό του
  2. 02 μάταιος, χαμένος, άδικος, χωρίς σκοπό
  3. 03 δεν μπορώ, δεν πρέπει, δεν επιτρέπεται
  4. 04 ουδέτερο σημείο, ουδέτερη διασταύρωση (σε επιτραπέζιο παιχνίδι)
  5. 05 όχι!, σταμάτα!
駄々をこねる だだをこねる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραπονιέμαι αδικαιολόγητα, γκρινιάζω, κάνω σκηνή
駄目になる だめになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαλώ, καταστρέφομαι, αχρηστεύομαι, αποτυγχάνω

πρόθημα, ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 φτωχός, χαμηλής ποιότητας, επουσιώδης, ασήμαντος, ανάξιος λόγου
  2. 02 φορτίο, αποσκευές, βάρος αλόγου
  3. 03 υποζύγιο
駄菓子屋 だがしや

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ζαχαροπλαστείο, κατάστημα με φθηνά γλυκίσματα
駄々っ子 だだっこ

ουσιαστικό

  1. 01 κακομαθημένο παιδί, ιδιότροπο παιδί
駄々 だだ

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίνια για να περάσει το δικό του, ξέσπασμα νεύρων
駄菓子 だがし

ουσιαστικό

  1. 01 φθηνό ζαχαρωτό, οικονομικά γλυκίσματα σε ατομικές συσκευασίες
駄目駄目 だめだめ

επίθετο, επιφώνημα

  1. 01 εντελώς άχρηστος, τελείως ανάξιος λόγου
  2. 02 όχι όχι, μην το κάνεις
駄賃 だちん

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή, αντάλλαγμα, φιλοδώρημα
  2. 02 κόμιστρο μεταφοράς, χρέωση υποζυγίου
駄犬 だけん

ουσιαστικό

  1. 01 ημίαιμος σκύλος, αδέσποτο, μούργος
駄作 ださく N1

ουσιαστικό

  1. 01 κακότεχνο έργο, σκουπίδι, άχρηστο πράγμα
駄洒落 だじゃれ

ουσιαστικό

  1. 01 κρύο αστείο, κακόγουστο αστείο, φτηνό αστείο, κακό λογοπαίγνιο
駄弁る だべる

ρήμα

  1. 01 φλυαρώ, πολυλογώ, κουβεντιάζω
駄馬 だば

ουσιαστικό

  1. 01 υποζύγιο, φορτηγό άλογο, άλογο εργασίας
駄目で元々 だめでもともと

άλλο

  1. 01 δοκιμάζω κάτι επειδή δεν πρόκειται να προκαλέσει κακό
駄目を押す だめをおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 βεβαιώνομαι, σιγουρεύομαι διπλά
駄文 だぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κακόγραμμο κείμενο, ανάξιο λόγου κείμενο
  2. 02 το κακόγραμμο κείμενό μου, οι ταπεινές μου γραφές
駄弁 だべん

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητη κουβέντα, ασυναρτησίες
駄法螺 だぼら

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλοστομία, παραμύθι