26 αποτελέσματα για «鱗»

うろこ

ουσιαστικό

  1. 01 λέπι (ψαριού, φιδιού κ.λπ.)
  2. 02 σερίφ (σε κάνα ή κάντζι, π.χ. στη γραμματοσειρά Μίντσο)
鱗粉 りんぷん

ουσιαστικό

  1. 01 λέπι, λέπι φτερού
鱗状 りんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 λεπιδωτός, που μοιάζει με λέπια
鱗片 りんぺん

ουσιαστικό

  1. 01 λέπι (ζώου ή φυτού)
鱗形 うろこがた

ουσιαστικό

  1. 01 τριγωνικό μοτίβο, λεπιδοειδές μοτίβο, αλληλοεπικαλυπτόμενο μοτίβο, αλληλοεπικάλυψη
  2. 02 τριγωνικό έμβλημα
鱗板 こけらいた

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτές ξύλινες σχιστοσανίδες
鱗翅目 りんしもく

ουσιαστικό

  1. 01 λεπιδόπτερα
鱗皮 りんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπιδωτό δέρμα
鱗茎 りんけい

ουσιαστικό

  1. 01 βολβός (φυτού όπως ο κρίνος, η τουλίπα κ.λπ.)
鱗葉 りんよう

ουσιαστικό

  1. 01 λέπι, προστατευτικό φύλλο βολβού
鱗木 りんぼく

ουσιαστικό

  1. 01 ρινμπόκου, λεπιδόδεντρο
鱗翅類 りんしるい

ουσιαστικό

  1. 01 λεπιδόπτερα
鱗屑 りんせつ

ουσιαστικό

  1. 01 λέπιο (δηλαδή από παθολογικά ξηρό δέρμα)
鱗芽 りんが

ουσιαστικό

  1. 01 βολβίδιο, μικρός βολβός, πολλαπλασιαστικός οφθαλμός
鱗片葉 りんぺんよう

ουσιαστικό

  1. 01 λέπι, προστατευτικό φύλλο
鱗引き うろこひき

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο για το λέπισμα ψαριών
鱗鉄鉱 りんてっこう

ουσιαστικό

  1. 01 λεπιδοκροκίτης, εσμεραλδίτης
鱗珪石 りんけいせき

ουσιαστικό

  1. 01 τριδυμίτης
鱗茎菜 りんけいさい

ουσιαστικό

  1. 01 βολβώδες λαχανικό
鱗茎菜類 りんけいさいるい

ουσιαστικό

  1. 01 βολβώδη λαχανικά