22 αποτελέσματα για «鳩»

はと

ουσιαστικό

  1. 01 περιστέρι, τρυγόνι
鳩尾 みぞおち

ουσιαστικό

  1. 01 στομάχι (ανατομικά), ηλιακό πλέγμα
鳩尾 きゅうび

ουσιαστικό

  1. 01 στομάχι (πιο συγκεκριμένα η περιοχή του επιγαστρίου)
鳩が豆鉄砲を食ったよう はとがまめでっぽうをくったよう

άλλο

  1. 01 σαν περιστέρι που το χτύπησαν με φυσέκια (δηλαδή με μάτια ορθάνοιχτα από το σοκ)
鳩時計 はとどけい

ουσιαστικό

  1. 01 ρολόι κούκος
鳩首 きゅうしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκέπτομαι κρυφά, μαζεύομαι για να συζητήσω κάτι εμπιστευτικά
鳩を飛ばす はとをとばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετάω περιστέρι
鳩胸 はとむね

ουσιαστικό

  1. 01 περιστερόστερνο (παραμόρφωση του θώρακα, προεξέχοντα πλευρά και στέρνο), προεξέχον στήθος, pectus carinatum
  2. 02 γυναίκα με μεγάλο στήθος
  3. 03 σιδερένια πανοπλία με προεξέχον θώρακα
  4. 04 κυρτό μπροστινό μέρος αναβολέα
  5. 05 καμπύλη στη βάση του λαιμού του σαμισέν
鳩舎 きゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 περιστερώνας, περιστερώνας (οίκημα)
鳩羽色 はとばいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κυανόμαυρο (χρώμα)
鳩小屋 はとごや

ουσιαστικό

  1. 01 περιστερώνας, κοιτώνας περιστεριών
鳩ぽっぽ はとぽっぽ

ουσιαστικό

  1. 01 περιστέρι
鳩笛 はとぶえ

ουσιαστικό

  1. 01 σφυρίχτρα σε σχήμα περιστεριού
鳩槃荼 くはんだ

ουσιαστικό

  1. 01 κουμπάντα, δαίμονας με μεγάλους όρχεις που θεωρείται ότι απομυζά τη ζωτικότητα των ανθρώπων
鳩首凝議 きゅうしゅぎょうぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκέπτομαι, συνεδριάζω και συζητώ, συνέρχομαι για διαβούλευση (κιούσουγκιογκί)
鳩目 はとめ

ουσιαστικό

  1. 01 οπή για κορδόνι, κρίκος
鳩首密議 きゅうしゅみつぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκέπτομαι μυστικά, διεξάγω κεκλεισμένων των θυρών διαβούλευση, συνεννοούμαι κατ' ιδίαν
鳩首協議 きゅうしゅきょうぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκέπτομαι, συνέρχομαι και συζητώ, κάνω σύσκεψη
鳩座 はとざ

ουσιαστικό

  1. 01 Περιστερά (αστερισμός), το Περιστέρι
鳩首謀議 きゅうしゅぼうぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσκέπτομαι μυστικά, συνωμοτώ, βάζω τα κεφάλια κάτω για να συνωμοτήσω