15 αποτελέσματα για «鴨»

かも

ουσιαστικό

  1. 01 πάπια
  2. 02 εύκολο θύμα, κορόιδο
鴨居 かもい

ουσιαστικό

  1. 01 ανώφλι, το οριζόντιο δοκάρι πάνω από την κάσα μιας πόρτας (ειδικότερα αυτό που φέρει αυλακώσεις για συρόμενες πόρτες)
鴨肉 かもにく

ουσιαστικό

  1. 01 πάπια (κρέας)
鴨にする かもにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κερδίζω εύκολα
  2. 02 εξαπατώ, εξαπατώ κάποιον για να του αποσπάσω χρήματα
鴨南蛮 かもなんばん

ουσιαστικό

  1. 01 νουντλς με κρέας πάπιας και φρέσκο κρεμμυδάκι
鴨鍋 かもなべ

ουσιαστικό

  1. 01 καμονάμπε, κατσαρόλα με πάπια (με λάχανο, φρέσκα κρεμμυδάκια, τόφου κ.ά.)
鴨ネギ かもねぎ

άλλο

  1. 01 κορόιδο που έρχεται και ζητάει να τον εκμεταλλευτούν οικονομικά
  2. 02 διπλή καλή τύχη, τέλειος συγχρονισμός, πόσο βολικό (που εμφανίστηκες)
鴨が葱を背負って来る かもがねぎをしょってくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ένας αφελής εμφανίζεται έτοιμος να πέσει θύμα εκμετάλλευσης, μια πάπια έρχεται κουβαλώντας ένα κρεμμυδάκι στην πλάτη της
鴨場 かもば

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή κυνηγιού αγριόπαπιων
鴨る かもる

ρήμα

  1. 01 νικώ εύκολα, κατατροπώνω
  2. 02 εξαπατώ, εξαπατώ οικονομικά, ξεγελάω
鴨猟 かもりょう

ουσιαστικό

  1. 01 κυνήγι πάπιας
鴨の嘴 かものはし

ουσιαστικό

  1. 01 πλατύποδας (Ornithorhynchus anatinus)
鴨茅 かもがや

ουσιαστικό

  1. 01 δακτυλίδα (Dactylis glomerata), γρασίδι για γάτες
鴨撃ち かもうち

ουσιαστικό

  1. 01 κυνήγι πάπιας
  1. 01 άγρια πάπια
  2. 02 κορόιδο, εύκολο θύμα