8 αποτελέσματα για «鵜»
鵜呑みにする うのみにする
άλλο, ρήμα
- 01 καταπίνω αμάσητο (π.χ. μια ιστορία), αποδέχομαι αβασάνιστα
- 02 καταπίνω ολόκληρο (φαγητό), καταβροχθίζω, καταπίνω μονορούφι
鵜 う
ουσιαστικό
- 01 κορμοράνος (γένος της οικογένειας Φαλακροκορακίδες)
鵜呑み うのみ
ουσιαστικό
- 01 κατάποση χωρίς μάσημα
- 02 κατάποση (π.χ. μιας ιστορίας), αποδοχή χωρίς αμφισβήτηση
鵜の目鷹の目 うのめたかのめ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 βλέμμα θηρευτή, οξυδερκή μάτια, διαπεραστική ματιά, άγρυπνη προσοχή, μάτια κορμοράνου και γερακιού
鵜飼い うかい
ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα με κορμοράνους
- 02 ψαράς με κορμοράνους
鵜匠 うしょう
ουσιαστικό
- 01 ψαράς με κορμοράνους
鵜松明樺 うだいかんば
ουσιαστικό
- 01 ουνταϊκάνμπα, μια ποικιλία ιαπωνικής σημύδας (Betula maximowicziana)
鵜
- 01 κορμοράνος