37 αποτελέσματα για «鼠»
鼠 ネズミ
ουσιαστικό
- 01 ποντικός, αρουραίος
- 02 σκούρο γκρι, σχιστόγκριζο
鼠 ねず
ουσιαστικό
- 01 ποντίκι, αρουραίος
- 02 σκούρο γκρι, γκρι του σχιστόλιθου
鼠径部 そけいぶ
ουσιαστικό
- 01 βουβωνική χώρα, βουβωνική περιοχή
鼠賊 そぞく
ουσιαστικό
- 01 μικροκλέφτης, πορτοφολάς, κλέφτης που δρα στα κρυφά
鼠算 ねずみざん
ουσιαστικό
- 01 γεωμετρική πρόοδος
- 02 πολλαπλασιασμός, ραγδαία αύξηση σαν αρουραίοι
鼠族 そぞく
ουσιαστικό
- 01 τρωκτικά
鼠径ヘルニア そけいヘルニア
ουσιαστικό
- 01 βουβωνοκήλη
鼠輩 そはい
ουσιαστικό
- 01 ασήμαντα άτομα, μικροπρεπείς άνθρωποι
鼠径 そけい
ουσιαστικό
- 01 βουβωνική χώρα, βουβωνική περιοχή
鼠穴 ねずみあな
ουσιαστικό
- 01 τρύπα ποντικού
鼠害 そがい
ουσιαστικό
- 01 ζημιά από αρουραίους ή ποντίκια
鼠入らず ねずみいらず
ουσιαστικό
- 01 ντουλάπι προστατευμένο από αρουραίους
鼠咬症 そこうしょう
ουσιαστικό
- 01 ασθένεια από δάγκωμα αρουραίου
鼠鳴き ねずみなき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφύριγμα ιερόδουλης (για την προσέλκυση πελατών)
鼠疫 そえき
ουσιαστικό
- 01 πανώλη, πανούκλα
鼠巣 そそう
ουσιαστικό
- 01 φωλιά αρουραίου
鼠繻子 ねずみじゅす
ουσιαστικό
- 01 γκρίζο σατέν ύφασμα
鼠海豚 ねずみいるか
ουσιαστικό
- 01 κοινή φώκαινα (Phocoena phocoena), φώκαινα
鼠黐 ねずみもち
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό λιγούστρο (Ligustrum japonicum)
鼠盗 そとう
ουσιαστικό
- 01 μικροκλοπή