5 αποτελέσματα για «鼾»

鼾 いびき

ουσιαστικό

  1. 01 ροχαλητό
鼾声 かんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ροχαλητό
鼾を掻く いびきをかく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ροχαλίζω
鼾睡 かんすい

ουσιαστικό

  1. 01 ύπνος με ροχαλητό, ροχαλητός ύπνος
鼾
  1. 01 ροχαλητό