お里が知れる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προδίδω την καταγωγή μου, αποκαλύπτω την κακή μου ανατροφή (μέσω κακών τρόπων, κ.λπ.), προδίδω τον εαυτό μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- お里が知れる
- Παρόν (ευγενικό)
- お里が知れます
- Άρνηση (απλή)
- お里が知れない
- Άρνηση (ευγενική)
- お里が知れません
- Παρελθόν (απλό)
- お里が知れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- お里が知れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- お里が知れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- お里が知れませんでした
- Τε-μορφή
- お里が知れて
- Δυνητική
- お里が知れられる
- Προστακτική
- お里が知れろ
- Βουλητική
- お里が知れよう
- Υποθετική (ば)
- お里が知れれば
- Υποθετική (たら)
- お里が知れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- お里が知れたい
- Απαγορευτική (~な)
- お里が知れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- お里が知れなさい
- Παθητική
- お里が知れられる
- Αιτιατική
- お里が知れさせる