かき出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεθάβω, απομακρύνω με ξύσιμο (π.χ. στάχτες), αδειάζω με κουβά ή φτυάρι (π.χ. νερό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- かき出す
- Παρόν (ευγενικό)
- かき出します
- Άρνηση (απλή)
- かき出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- かき出しません
- Παρελθόν (απλό)
- かき出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- かき出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- かき出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- かき出しませんでした
- Τε-μορφή
- かき出して
- Δυνητική
- かき出せる
- Προστακτική
- かき出せ
- Βουλητική
- かき出そう
- Υποθετική (ば)
- かき出せば
- Υποθετική (たら)
- かき出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- かき出したい
- Απαγορευτική (~な)
- かき出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- かき出しなさい
- Παθητική
- かき出される
- Αιτιατική
- かき出させる