かき合あわせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμμαζεύω με τα χέρια, προσαρμόζω (π.χ. το γιακά), τακτοποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
かき合わせる
Παρόν (ευγενικό)
かき合わせます
Άρνηση (απλή)
かき合わせない
Άρνηση (ευγενική)
かき合わせません
Παρελθόν (απλό)
かき合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
かき合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
かき合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
かき合わせませんでした
Τε-μορφή
かき合わせて
Δυνητική
かき合わせられる
Προστακτική
かき合わせろ
Βουλητική
かき合わせよう
Υποθετική (ば)
かき合わせれば