ぎろぎろ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία γυριστά (με βλέμμα που καρφώνει ή κοιτάζει έντονα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぎろぎろする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぎろぎろします
- Άρνηση (απλή)
- ぎろぎろしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぎろぎろしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぎろぎろした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぎろぎろしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぎろぎろしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぎろぎろしませんでした
- Τε-μορφή
- ぎろぎろして
- Δυνητική
- ぎろぎろできる
- Προστακτική
- ぎろぎろしろ
- Βουλητική
- ぎろぎろしよう
- Υποθετική (ば)
- ぎろぎろすれば
- Υποθετική (たら)
- ぎろぎろしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぎろぎろしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぎろぎろするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぎろぎろしなさい
- Παθητική
- ぎろぎろされる
- Αιτιατική
- ぎろぎろさせる