ごろつく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τριγυρίζω, τεμπελιάζω, αράζω
- 02 κυλάω (για κάτι μεγάλο και βαρύ), τουμπάρω
- 03 είμαι πεταμένος (παντού), βρίσκομαι διάσπαρτος (παντού)
- 04 γουργουρίζω (για στομάχι), βροντάω (για κεραυνούς)
- 05 νιώθω ενόχληση λόγω ξένου σώματος (π.χ. στο μάτι)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ごろつく
- Παρόν (ευγενικό)
- ごろつきます
- Άρνηση (απλή)
- ごろつかない
- Άρνηση (ευγενική)
- ごろつきません
- Παρελθόν (απλό)
- ごろついた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ごろつきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ごろつかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ごろつきませんでした
- Τε-μορφή
- ごろついて
- Δυνητική
- ごろつける
- Προστακτική
- ごろつけ
- Βουλητική
- ごろつこう
- Υποθετική (ば)
- ごろつけば
- Υποθετική (たら)
- ごろついたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ごろつきたい
- Απαγορευτική (~な)
- ごろつくな
- Προστακτική (ευγενική)
- ごろつきなさい
- Παθητική
- ごろつかれる
- Αιτιατική
- ごろつかせる