しけ込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γλιστρώ κάπου κρυφά για σεξουαλικούς σκοπούς, συνευρίσκομαι ερωτικά με κάποιον
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κλείνομαι στο σπίτι, απομονώνομαι (λόγω έλλειψης χρημάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
しけ込む
Παρόν (ευγενικό)
しけ込みます
Άρνηση (απλή)
しけ込まない
Άρνηση (ευγενική)
しけ込みません
Παρελθόν (απλό)
しけ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
しけ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しけ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しけ込みませんでした
Τε-μορφή
しけ込んで
Δυνητική
しけ込める
Προστακτική
しけ込め
Βουλητική
しけ込もう
Υποθετική (ば)
しけ込めば