しょんぼり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία μελαγχολικά, κατηφώς, αποκαρδιωμένα, απελπισμένα

Παραδείγματα

  • いぬしょんぼりしていた。

    Ο σκύλος ήταν σκυθρωπός.

  • 試験しけんちて、彼女かのじょすこしょんぼりしたかおをしていた。

    Έχοντας αποτύχει στις εξετάσεις, είχε ένα ελαφρώς μελαγχολικό πρόσωπο.

  • おもっていたよりもわる結果けっかに、かれ一日中いちにちじゅうしょんぼりかたとしていた。

    Λόγω των χειρότερων από το αναμενόμενο αποτελεσμάτων, ήταν αποκαρδιωμένος και σκυθρωπός όλη την ημέρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
しょんぼりする
Παρόν (ευγενικό)
しょんぼりします
Άρνηση (απλή)
しょんぼりしない
Άρνηση (ευγενική)
しょんぼりしません
Παρελθόν (απλό)
しょんぼりした
Παρελθόν (ευγενικό)
しょんぼりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しょんぼりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しょんぼりしませんでした
Τε-μορφή
しょんぼりして
Δυνητική
しょんぼりできる
Προστακτική
しょんぼりしろ
Βουλητική
しょんぼりしよう
Υποθετική (ば)
しょんぼりすれば