せしめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: せしめる

  1. 01 υφαρπάζω, ξεγελάω, αποσπώ, καταφέρνω να αποκτήσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
せしめる
Παρόν (ευγενικό)
せしめます
Άρνηση (απλή)
せしめない
Άρνηση (ευγενική)
せしめません
Παρελθόν (απλό)
せしめた
Παρελθόν (ευγενικό)
せしめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
せしめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
せしめませんでした
Τε-μορφή
せしめて
Δυνητική
せしめられる
Προστακτική
せしめろ
Βουλητική
せしめよう
Υποθετική (ば)
せしめれば