せしめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: せしめる

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι
  2. 02 επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι
  3. 03 βοηθητικό ρήμα που δηλώνει τη συντελεστική διάθεση
  4. 04 βοηθητικό ρήμα που δηλώνει την επιτρεπτική διάθεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
せしめる
Παρόν (ευγενικό)
せしめます
Άρνηση (απλή)
せしめない
Άρνηση (ευγενική)
せしめません
Παρελθόν (απλό)
せしめた
Παρελθόν (ευγενικό)
せしめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
せしめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
せしめませんでした
Τε-μορφή
せしめて
Δυνητική
せしめられる
Προστακτική
せしめろ
Βουλητική
せしめよう
Υποθετική (ば)
せしめれば