たる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: たる

  1. 01 κάνω κάτι για κάποιον ίσου ή κατώτερου επιπέδου, κάνω κάτι σε κάποιον
  2. 02 κάνω κάτι για χάρη κάποιου άλλου

Παραδείγματα

  • 菓子かしあたえてやる。

    Θα του δώσω γλυκά.

  • こまっているひとたすけてやる。

    Θα βοηθήσω τον άνθρωπο που δυσκολεύεται.

  • どもがさびしがっていたので、一緒いっしょ公園こうえんあそびに行ってやった。

    Το παιδί ήταν στενοχωρημένο, οπότε πήγαμε μαζί στο πάρκο να παίξουμε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
たる
Παρόν (ευγενικό)
たります
Άρνηση (απλή)
たらない
Άρνηση (ευγενική)
たりません
Παρελθόν (απλό)
たった
Παρελθόν (ευγενικό)
たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
たりませんでした
Τε-μορφή
たって
Δυνητική
たれる
Προστακτική
たれ
Βουλητική
たろう
Υποθετική (ば)
たれば