なぎたお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θερίζω, καταβάλλω, ρίχνω κάτω
  2. 02 νικώ, κατατροπώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
なぎ倒す
Παρόν (ευγενικό)
なぎ倒します
Άρνηση (απλή)
なぎ倒さない
Άρνηση (ευγενική)
なぎ倒しません
Παρελθόν (απλό)
なぎ倒した
Παρελθόν (ευγενικό)
なぎ倒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
なぎ倒さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
なぎ倒しませんでした
Τε-μορφή
なぎ倒して
Δυνητική
なぎ倒せる
Προστακτική
なぎ倒せ
Βουλητική
なぎ倒そう
Υποθετική (ば)
なぎ倒せば