にちゃにちゃ
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία γλοιώδης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- にちゃにちゃする
- Παρόν (ευγενικό)
- にちゃにちゃします
- Άρνηση (απλή)
- にちゃにちゃしない
- Άρνηση (ευγενική)
- にちゃにちゃしません
- Παρελθόν (απλό)
- にちゃにちゃした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- にちゃにちゃしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- にちゃにちゃしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- にちゃにちゃしませんでした
- Τε-μορφή
- にちゃにちゃして
- Δυνητική
- にちゃにちゃできる
- Προστακτική
- にちゃにちゃしろ
- Βουλητική
- にちゃにちゃしよう
- Υποθετική (ば)
- にちゃにちゃすれば
- Υποθετική (たら)
- にちゃにちゃしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- にちゃにちゃしたい
- Απαγορευτική (~な)
- にちゃにちゃするな
- Προστακτική (ευγενική)
- にちゃにちゃしなさい
- Παθητική
- にちゃにちゃされる
- Αιτιατική
- にちゃにちゃさせる