のけ者にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκλείω, αποφεύγω, αγνοώ, αφήνω εκτός, εξοστρακίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- のけ者にする
- Παρόν (ευγενικό)
- のけ者にします
- Άρνηση (απλή)
- のけ者にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- のけ者にしません
- Παρελθόν (απλό)
- のけ者にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- のけ者にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- のけ者にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- のけ者にしませんでした
- Τε-μορφή
- のけ者にして
- Δυνητική
- のけ者にできる
- Προστακτική
- のけ者にしろ
- Βουλητική
- のけ者にしよう
- Υποθετική (ば)
- のけ者にすれば
- Υποθετική (たら)
- のけ者にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- のけ者にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- のけ者にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- のけ者にしなさい
- Παθητική
- のけ者にされる
- Αιτιατική
- のけ者にさせる