ぶりっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποτιμητικό καθομιλουμένη γυναίκα ή κορίτσι που προσποιείται τη χαριτωμένη υποκρινόμενη την αθώα και αβοήθητη

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶりっ子する
Παρόν (ευγενικό)
ぶりっ子します
Άρνηση (απλή)
ぶりっ子しない
Άρνηση (ευγενική)
ぶりっ子しません
Παρελθόν (απλό)
ぶりっ子した
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶりっ子しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶりっ子しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶりっ子しませんでした
Τε-μορφή
ぶりっ子して
Δυνητική
ぶりっ子できる
Προστακτική
ぶりっ子しろ
Βουλητική
ぶりっ子しよう
Υποθετική (ば)
ぶりっ子すれば