Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
イガイガ
イガイガ
イ
イガイガ
ουσιαστικό, επίρρημα
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αγκαθωτό περίβλημα (κάστανου κ.λπ.), αγκαθωτό τσόφλι
02
ερεθιστικός (π.χ. στον λαιμό), αγκαθωτός, τραχύς
03
αρχαϊκό
ονοματοποιία
κλάμα μωρού