ゴツゴツ

ρήμα, επίρρημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τραχύς, σκελετωμένος, γωνιώδης, ροζιασμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゴツゴツする
Παρόν (ευγενικό)
ゴツゴツします
Άρνηση (απλή)
ゴツゴツしない
Άρνηση (ευγενική)
ゴツゴツしません
Παρελθόν (απλό)
ゴツゴツした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゴツゴツしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゴツゴツしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゴツゴツしませんでした
Τε-μορφή
ゴツゴツして
Δυνητική
ゴツゴツできる
Προστακτική
ゴツゴツしろ
Βουλητική
ゴツゴツしよう
Υποθετική (ば)
ゴツゴツすれば