ドハマリ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό απόλυτη εμμονή, προσωπική προσκόλληση, εθισμός (σε κάτι που ταιριάζει στα γούστα κάποιου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ドハマリする
- Παρόν (ευγενικό)
- ドハマリします
- Άρνηση (απλή)
- ドハマリしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ドハマリしません
- Παρελθόν (απλό)
- ドハマリした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ドハマリしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ドハマリしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ドハマリしませんでした
- Τε-μορφή
- ドハマリして
- Δυνητική
- ドハマリできる
- Προστακτική
- ドハマリしろ
- Βουλητική
- ドハマリしよう
- Υποθετική (ば)
- ドハマリすれば
- Υποθετική (たら)
- ドハマリしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ドハマリしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ドハマリするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ドハマリしなさい
- Παθητική
- ドハマリされる
- Αιτιατική
- ドハマリさせる