ハング

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρεμάσιμο, ανάρτηση
  2. 02 πάγωμα, κόλλημα (υπολογιστή)
  3. 03 συντομογραφία προεξοχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
ハングする
Παρόν (ευγενικό)
ハングします
Άρνηση (απλή)
ハングしない
Άρνηση (ευγενική)
ハングしません
Παρελθόν (απλό)
ハングした
Παρελθόν (ευγενικό)
ハングしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ハングしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ハングしませんでした
Τε-μορφή
ハングして
Δυνητική
ハングできる
Προστακτική
ハングしろ
Βουλητική
ハングしよう
Υποθετική (ば)
ハングすれば