パッチリ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ανοιχτά διάπλατα (για μάτια), μεγάλα και λαμπερά (μάτια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
パッチリする
Παρόν (ευγενικό)
パッチリします
Άρνηση (απλή)
パッチリしない
Άρνηση (ευγενική)
パッチリしません
Παρελθόν (απλό)
パッチリした
Παρελθόν (ευγενικό)
パッチリしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
パッチリしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
パッチリしませんでした
Τε-μορφή
パッチリして
Δυνητική
パッチリできる
Προστακτική
パッチリしろ
Βουλητική
パッチリしよう
Υποθετική (ば)
パッチリすれば