ビクビク
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία φοβάμαι, έχω αγωνία, είμαι δειλός, είμαι νευρικός
- 02 ονοματοποιία τρέμω, ριγώ
Παραδείγματα
-
子犬は私を見てビクビクした。
Το κουτάβι τρόμαξε όταν με είδε.
-
彼は新しい環境にまだ慣れておらず、何かにビクビクしているようだった。
Δεν είχε ακόμα συνηθίσει το νέο περιβάλλον και φαινόταν να φοβάται κάτι.
-
大勢の前で発表するのは苦手で、いつも当日はビクビクして眠れない。
Δεν μου αρέσει να κάνω παρουσιάσεις μπροστά σε πολύ κόσμο, οπότε την ημέρα της παρουσίασης πάντα αγχώνομαι και δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ビクビクする
- Παρόν (ευγενικό)
- ビクビクします
- Άρνηση (απλή)
- ビクビクしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ビクビクしません
- Παρελθόν (απλό)
- ビクビクした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ビクビクしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ビクビクしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ビクビクしませんでした
- Τε-μορφή
- ビクビクして
- Δυνητική
- ビクビクできる
- Προστακτική
- ビクビクしろ
- Βουλητική
- ビクビクしよう
- Υποθετική (ば)
- ビクビクすれば
- Υποθετική (たら)
- ビクビクしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ビクビクしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ビクビクするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ビクビクしなさい
- Παθητική
- ビクビクされる
- Αιτιατική
- ビクビクさせる